επιχορηγώ

(AM ἐπιχορηγῶ, -έω) [χορηγώ]
παρέχω πρόσθετη ενίσχυση
νεοελλ.
καταβάλλω ετήσια ή σε τακτά χρονικά διαστήματα οικονομική ενίσχυση σε ιδρύματα ή πρόσωπα
αρχ.-μσν.
χορηγώ, παρέχω («ὁ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εὶς βρῶσιν»)
αρχ.
συμβάλλω στην ύπαρξη και στην καλή λειτουργία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιχορηγώ — επιχορηγώ, επιχορήγησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιχορηγώ — επιχορήγησα, επιχορηγήθηκα, επιχορηγημένος, μτβ. 1. χορηγώ επιπλέον, παρέχω επιπρόσθετα. 2. δίνω σε ίδρυμα ή σε πρόσωπο ετήσια επιχορήγηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πριμοδοτώ — Ν επιχορηγώ γεωργικά ή βιομηχανικά προϊόντα προκειμένου να επιτευχθούν ορισμένοι οικονομικοί στόχοι. [ΕΤΥΜΟΛ. < πριμ «έκτακτο χρηματικό ποσό» + δοτώ (< δότης < δότης), πρβλ. χρηματο δοτώ] …   Dictionary of Greek

  • υποχορηγώ — έω, Α [χορηγῶ] παρέχω χορηγία, επιχορηγώ («ἡ νῆσος ὑποχορηγεῑ τῇ Ῥώμη... ἕκαστα εὐμαρῶς», Στράβ.) …   Dictionary of Greek

  • χορηγώ — χορηγῶ, έω, ΝΜΑ, και δωρ. τ. χοραγώ Α [χορηγός] 1. (στην αρχ. Αθήνα) είμαι χορηγός, καταβάλλω τις δαπάνες για την συγκρότηση δραματικού χορού («Θεμιστοκλῆς... ἐχορήγει», Πλούτ.) 2. καταβάλλω την δαπάνη για κάτι, επιδοτώ, επιχορηγώ, χρηματοδοτώ (α …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.